«Αλλλαγή ατζέντας», επιχειρεί να κάνει ο Μητσοτάκης, με την πρόταση για Συνταγματική Αναθεώρηση, την ώρα που στα Τρίκαλα οι λαϊκές οικογένειας, μαζί με την μεγάλη οικογένεια της εργατικής τάξης, κλαίνε ακόμη τις δολοφονημένες από το κράτος και το κεφάλαιο, πέντε εργάτριες της εταιρείας «Βιολάντα». Λύσσαξαν οι κυβερνητικοί, επιχειρώντας να βγάλουν λάδι την ιδιοκτησία της «Βιολάντα», με «πρωτοπόρο» τον Άδωνι Γεωργιάδη να λέει «εγώ πάντως μια χαρά το θυμάμαι το εργοστάσιο επί ημερών μου, γίνανε όλοι οι έλεγχοι» (!). Ο Π. Μαρινάκης χαρακτήρισε «κίνημα τυμβωρύχων» (!) όσους καταγγέλλουν τις ευθύνες εργοδοσίας και κυβέρνησης. Πιο μαζεμένη, η εξαφανισμένη στην αρχή, υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως δήλωσε πως «στο εργοστάσιο της «Βιολάντα», η Ανεξάρτητη Αρχή το 2025 έκανε τέσσερις ελέγχους». Ακόμη και το διαδίκτυο πλημμύρισε με εθνικιστικά και ακροδεξιά «τρολ», που έκαναν επίθεση σε όποιον έλεγε κάτι επικριτικό για τη «πρωτοποριακή» «Βιολάντα», που κατά τα άλλα απαιτούσε υπογραφές σε ιδιωτικά συμφωνητικά από τις εργάτριες ότι «δεν θα συνδικαλιστούν ποτέ». Από κοντά και τα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση ΜΜΕ, που ρίχνουν σε δεύτερο πλάνο την πληροφόρηση γι’ αυτή τη μεγάλη εργατική τραγωδία και επιδιώκουν να την περιορίσουν για να συγκρατήσουν την κοινωνική κατακραυγή.

Τα στοιχεία όμως που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, με αιχμή το πόρισμα της Πυροσβεστικής, καταρρίπτουν με πάταγο το κυβερνητικό ψευδολόγημα για ένα «σύγχρονο» εργοστάσιο, που τάχα «πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας», για μια μονάδα που διαφημιζόταν ως υπερσύγχρονη, με εκατοντάδες εργαζόμενους και «δυναμική ανάπτυξη». Οι αποκαλύψεις για την πολύμηνη διαρροή προπανίου, για τις παράνομες και αδήλωτες εγκαταστάσεις του εργοστασίου, η απουσία μηχανισμών ασφαλείας, η έλλειψη ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές, αλλά και οι καταγγελίες των εργαζομένων, οι οποίοι εδώ και καιρό διαμαρτύρονταν για την έντονη δυσοσμία, συνθέτουν το μακάβριο σκηνικό ενός ακόμα προδιαγεγραμμένου εγκλήματος.
Οι πραγματικοί ένοχοι λοιπόν δεν είναι άλλοι από την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ από κοινού με την εργοδοσία. Έχουν ακέραια την ευθύνη για την πλήρη ανυπαρξία μέτρων προστασίας στους χώρους δουλειάς, αφήνοντας έκθετους τους εργαζόμενους με τραγικές συνέπειες. Οι μόλις 4 επιθεωρητές στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας αποτελούν την πιο κραυγαλέα επιβεβαίωση της πολιτικής της υποστελέχωσης και της απαξίωσης των ελεγκτικών μηχανισμών. Πραγματοποιούν 600 ελέγχους τον χρόνο, όταν στις περιοχές αυτές υπάρχουν πάνω από 12.000 επιχειρήσεις, πέρα από τα οικοδομικά και τεχνικά έργα. «Χρειάζονται δεκαετίες για να ελεγχθούν οι επιχειρήσεις έστω και μία φορά», λέει ο Σύλλογος εργαζομένων στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Άλλωστε ο τρόπος αδειοδότησης των επιχειρήσεων, με νομοθετικές ρυθμίσεις αυτής και των προηγούμενων κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είναι ευνοϊκά σκανδαλώδης για το κεφάλαιο, για να μην υπάρξουν καθυστερήσεις -δήθεν- στην «ανάπτυξη», με μόνη υποχρέωση της εργοδοσίας, να γνωστοποιεί απλά τα δικαιολογητικά και να ξεκινά τη λειτουργία, χωρίς εκ των προτέρων κρατικό έλεγχο. Εάν γίνουν τέτοιοι από τις αποδεκατισμένες υπηρεσίες μετά, είναι δειγματοληπτικοί ή μετά από καταγγελίες.
Όλα αυτά έρχονται να προστεθούν στο αντεργατικό οπλοστάσιο που έχει προσφέρει απλόχερα η κυβέρνηση στους εργοδότες τα τελευταία χρόνια. Το 13ωρο, οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, οι πενιχροί μισθοί, η καθημερινή εργοδοτική τρομοκρατία, συνθέτουν το σκηνικό της ολοένα και πιο άγριας εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Ανοίγουν δρόμους για την εκτίναξη των εργατικών ατυχημάτων, για να θρηνεί η εργατική τάξη τη θυσία των δικών της παιδιών στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους.
Είναι η ίδια πολιτική που οδήγησε στο θάνατο 201 εργάτες την περασμένη χρονιά καθώς και ανυπολόγιστο αριθμό από τραυματίες, αφού η εργοδοσία με τις πλάτες της κυβέρνησης (ΕΛΣΤΑΤ, Επιθεώρηση Εργασίας) τα συγκαλύπτει, ώστε να μην τσαλακωθεί το περίφημο δήθεν «success story» της. Είναι η ίδια πολιτική που οδήγησε στα εγκλήματα στα Τέμπη και στην Πύλο.
Και ο Μητσοτάκης, «παίζοντας εν ου παικτοίς», με μια ανύπαρκτη, ψοφοδεή, στρατηγικά συμπλέουσα, πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση και με μια λοβοτομημένη, συμβιβασμένη και κομματικοκεντρική συνδικαλιστική ηγεσία, παρά την πολιτική του φθορά, «αυτοθυσιαζόμενος» για την τάξη του, προχωράει ακάθεκτος στις δρομολογημένες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις – μνημονιακά «υπόλοιπα». Πέρα από την υποβάθμιση των κανόνων ασφαλείας, που θεωρούνται πολυτέλεια και κόστος για το κεφάλαιο, θέλει να θωρακίσει το αστικό σύστημα με ένα σιδηρούν συνταγματικό πλαίσιο, να εμπεδώσει μια ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, στηριγμένη στην πιο άγρια απόσπαση άμεσης αλλά και έμμεσης υπεραξίας, με την πλήρη διάλυση του δημόσιου τομέα και την ιδιωτικοποίηση των πάντων, με τον λαό και την εργατική τάξη να δίνει τα πάντα (την ζωή της, την εργατική της δύναμη, το περιβάλλον, με φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις) στο «μοχλό της ανάπτυξης», που είναι γι΄αυτούς το κεφάλαιο και οι «επενδυτές» και όχι οι δυνάμεις της εργασίας.
Μετά τα Τέμπη, την Πύλο, το «μπλακάουτ» στα αεροδρόμια της χώρας, την «Βιολάντα», να καταγγείλουμε με κάθε τρόπο την πολιτική κράτους-εργοδοσίας που γεννάει τέτοια εγκλήματα.






