To κρίσιμο σταυροδρόμι για τον τουρισμό της Θεσπρωτίας | Γράφει η Θάλεια Θεοδωρίδη

ΓΕΝΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Η Θεσπρωτία κάποτε

Θυμάμαι πριν αρκετές δεκαετίες, πολύ πριν ακόμη ολοκληρωθεί το νέο λιμάνι στην Ηγουμενίτσα, με πόση περιέργεια, αλλά και θαυμασμό, βλέπαμε τους λιγοστούς τουρίστες που επισκέπτονταν την περιοχή. Παρατηρούσαμε το ντύσιμό τους, τα αυτοκίνητά τους, τη γλώσσα τους. Μου έχει μείνει ακόμη η εικόνα, ως μικρό παιδάκι, ενός νεαρού ζευγαριού Ιταλών που αναζητούσαν στην Πλαταριά, παλιά  πήλινα δοχεία αποθήκευσης λαδιού, πολύ μεγάλα σε μέγεθος, καπάσες τα έλεγαν,  με σκοπό να διακοσμήσουν τον κήπο τους. Ο παππούς μου, μάλιστα, τους είχε δωρίσει ένα τεράστιο δοχείο, γιατί το θεώρησε πολύ τιμητικό που ήθελαν ξένοι να τα αποκτήσουν και δεν ήθελε να πάρει χρήματα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ως σήμερα και κυρίως μετά το 2000, η Θεσπρωτία, σημείωσε ανοδική πορεία στον τουρισμό, αν και όχι αυτή που θα έπρεπε. Κι ενώ τη δεκαετία του ’80-’90 νιώθαμε ικανοποιημένοι με τουρισμό σαράντα ημερών, από τα μέσα Ιουλίου ως και λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο, δειλά-δειλά, αρχίσαμε να συζητούμε για επιμήκυνση της σεζόν. Η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας τα στις αρχές του ‘90 και το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας, άνοιξε σταδιακά τον οδικό άξονα προς την Ελλάδα, για τους Ευρωπαίους ταξιδιώτες.  Η ολοκλήρωση των μεγάλων αυτοκινητόδρομων, Εγνατίας και Ιόνιας οδών, διευκόλυνε επίσης τη μετακίνηση των τουριστών, ενώ τα κοσμικά Σύβοτα, καθιερώθηκαν ως το brand name της Θεσπρωτίας και ο βασικός λόγος για να επισκεφτεί κανείς την περιοχή, μαζί και κάποια επιπλέον αξιοθέατα, όπως ο Αχέροντας και το Νεκρομαντείο, αλλά  και την κοντινή Πάργα, αν και ανήκει στην Πρέβεζα. Πλήθος τουριστικών επιχειρήσεων δημιουργήθηκαν, συνεισφέροντας σημαντικά στην τοπική οικονομία.

 

Silver age, millenials και solo travelers

Η πανδημία του κόβιντ το 2019 διέκοψε αιφνιδίως αυτή την ανάπτυξη. Στο μεταξύ, η γειτονική μας Αλβανία, εμφανίζεται ως ο νέος δυνατός παίκτης στον τουρισμό και ανταγωνιστής της Θεσπρωτίας. Ακολούθησε ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή και κατ’ επέκταση οικονομική κρίση. Το 2023, ουσιαστικά, θα ήταν η δεύτερη χρονιά κανονικότητας μετά τον κόβιντ και πολλές προσδοκίες είχαν επενδυθεί. Την αισιοδοξία, ωστόσο, της έκρηξης του τουρισμού το α’ εξάμηνο, διαδέχτηκε η απογοήτευση, καθώς τα νούμερα μειώθηκαν απότομα. Στο άρθρο μου με τίτλο «Πού πήγαν οι τουρίστες;» αναφέρθηκα εκτεταμένα στους παράγοντες που, ενδεχομένως, έχουν επηρεάσει το τοπίο του τουρισμού.

Οι τάσεις στον τουρισμό αλλάζουν. Οι τουρίστες επιδιώκουν διακοπές στη φύση, ηρεμία, ποιοτικό φαγητό, να ζήσουν εμπειρίες, να γνωρίσουν την κουλτούρα των ντόπιων και ανεξερεύνητους προορισμούς. Οι ηλικιακές ομάδες των τουριστών έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και απαιτήσεις. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι tour operators, αξιοποιούν τις έρευνες αγοράς για να κατευθύνουν τους ταξιδιώτες σε διαφορετικούς προορισμούς και να τους προσφέρουν αυτά που ζητούν, προσθέτοντας βέβαια και άλλα εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια. Τα ξενοδοχεία ενηλίκων, οι silver age, οι millenials με οικογένειες, οι solo travelers, οι gen Z με τα σακίδια κ.ά., αποτελούν δυνατές τάσεις.

 

 Η Θεσπρωτία μπορεί να προσφέρει περισσότερα

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί: μόνο τα Σύβοτα και η Πέρδικα με τις υπέροχες παραλίες τους και ο Αχέροντας, αποτελούν τον βασικό πόλο έλξης της πλειονότητας των τουριστών; Η αλήθεια είναι πως η Θεσπρωτία έχει πολύ περισσότερα να δώσει. Αρχαιολογικοί χώροι και παραδοσιακοί οικισμοί, δείγματα μιας Ελλάδας γνήσιας και αυθεντικής, όπως το παραμυθένιο Φοινίκι, μονοπάτια και περιοχές Natura, περιμένουν καρτερικά να τα ανακαλύψουν οι τουρίστες, αν και συχνά δεν διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές για να δεχτούν επισκέπτες.

Τα καταλύματα συγκεντρώνονται, κυρίως, στην Πλαταριά, Σύβοτα και Πέρδικα και μεγάλος αριθμός αυτών, είναι πολυτελούς κατασκευής. Η ντόπια κουζίνα είναι σε γενικές γραμμές, ποιοτική, με τοπικές πρώτες ύλες, αν και επιδέχεται πολλών βελτιώσεων σε επίπεδο ουσιαστικής σύνδεσης με την αγροδιατροφή.

Ένα βέβαια, σημαντικό πρόβλημα, είναι και η έλλειψη επαρκούς συγκοινωνίας με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.  Για τους ταξιδιώτες που έχουν φτάσει στην περιοχή είτε αεροπορικώς από το Άκτιο ή την Κέρκυρα, είτε με τροχόσπιτα στα κάμπινγκ, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετακινηθούν προς τα αξιοθέατα, καθώς τα δρομολόγια των λεωφορείων είναι λιγοστά.

Η Θεσπρωτία είναι βέβαιο ότι διαθέτει ένα ισχυρό τουριστικό προϊόν που όμως δεν έχει αξιοποιηθεί συνολικά. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν έχει αποκτήσει ακόμη μια συγκροτημένη ταυτότητα (brand) και ο λόγος που η στόχευση είναι συγκεχυμένη σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς, ωφέλιμα για την περιοχή, όπως πχ οι οικογένειες και οι silver age, ομάδες που καταναλώνουν. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι πολλά καταλύματα πλήττονται από την ηχορύπανση από κέντρα διασκέδασης, είναι ενδεικτικό, ότι δεν υπάρχει ορθή τοποθέτηση (positioning) του προϊόντος και ικανή στόχευση.

Η Ηγουμενίτσα με τη σειρά της, ως πόλη καλωσορίσματος, δεν δημιουργεί τις καλύτερες εντυπώσεις στους επισκέπτες. Το κυκλοφοριακό και το απρόσωπο αστικό τοπίο, ενισχύουν την εικόνα της πόλης που θέλει κανείς να προσπεράσει.  Κάποιες διοργανώσεις, αθλητικές, πολιτιστικές, κ.ά, φέρνουν κόσμο κατά καιρούς, όπως άλλωστε και η πανευρωπαϊκή συνάντηση της Harley Davidson πριν λίγο καιρό, αλλά δεν είναι ικανός λόγος για να καθιερωθεί η πόλη ως brand που προσελκύει ποιοτικό τουρισμό.

 

Να ανταποκριθούμε στις νέες συνθήκες

Τα ερωτήματα, ειδικότερα, για τη Θεσπρωτία είναι: «ποιο είναι το τουριστικό προϊόν που προσφέρει, πώς θα διαφοροποιηθεί σε σχέση με τον ανταγωνισμό, σε ποια target groups θα πρέπει να απευθύνεται και πώς θα κάνει την κατάλληλη προβολή». Η ανάδειξη και προβολή δεν είναι αρκετά στοιχεία για ένα αποτελεσματικό τουριστικό μίγμα μάρκετινγκ. Δεν αρκεί να δημιουργήσουμε ένα νέο αφήγημα μιας επίπλαστης αυθεντικότητας, που δεν θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των επισκεπτών, εάν δεν προσφέρουμε ένα άρτιο προϊόν στον κατάλληλο πελάτη, στον κατάλληλο χρόνο και τόπο, στην κατάλληλη τιμή.

Οι νέες συνθήκες, απαιτούν επανασχεδιασμό της τουριστικής στρατηγικής με σαφείς, εφικτούς στόχους βιωσιμότητας, λαμβάνοντας υπόψη και μελετώντας προσεκτικά τις έρευνες αγοράς σε μακρο και μικρο επίπεδο.

Όσο για τις τουριστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν στο θέμα παροχής υπηρεσιών προς τον πελάτη, όχι απλώς σε επίπεδο εξυπηρέτησης, αλλά,  φροντίδας. Αρκετοί, προβληματίζονται για την υπερτιμολόγηση των τουριστικών υπηρεσιών. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αναλογιστούμε,  εάν πραγματικά υπάρχει value for money γι’ αυτό που προσφέρουμε ή να καλλιεργήσουμε κάποιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα μας διαφοροποιήσει.

Η βελτίωση του τουριστικού προϊόντος, η ποιότητα των υπηρεσιών και η αποτελεσματική στόχευση, είναι ένα σύνθετο ζήτημα για τους ιδιοκτήτες των νανο και μικρών επιχειρήσεων που δεν διαθέτουν συμβούλους μάρκετινγκ και που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τουριστικής οικονομίας. Γι’ αυτό και απαιτεί εκπαίδευση και συντονισμό από τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τον τουρισμό σε εθνικό επίπεδο, όπως ο ΕΟΤ, αλλά και σε τοπικό.

 

 *Η Θάλεια Θεοδωρίδη/Thalia Theodoridi, είναι Επικοινωνιολόγος Μ.Α., με εμπειρία στο branding τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς και εκπαιδευτικών και πολιτιστικών οργανισμών, εκπαιδευτικός και Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων σε τμήματα Δημοσιογραφίας και Τουρισμού. Διευθύνει την επιστημονική ομάδα Σημειολόγιο Science & Culture Hub που δραστηριοποιείται στη διοργάνωση events σε θέματα αιχμής  και είναι content manager & producer στο Advanced Media Institute , thalia.theodoridi@gmail.com

Μοιραστείτε και απολαύστε!

Shares