Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή και τη σχετική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, έχει ανοίξει μια έντονη συζήτηση γύρω από την επιχειρούμενη χορήγηση άδειας ίδρυσης πολυκαταστήματος της Lidl στην Ηγουμενίτσα.
Θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρος: δεν αντιτίθεμαι στην επένδυση, ούτε λειτουργώ με όρους ιδεολογικής εχθρότητας απέναντι σε μεγάλες αλυσίδες. Σε μια ανοικτή οικονομία, ο ανταγωνισμός δεν αναστέλλεται με πολιτικές αποφάσεις. Όμως, σε μια μικρή τοπική αγορά όπως η δική μας, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί όχι μόνο έγκαιρη και ουσιαστική ενημέρωση, αλλά και διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους της τοπικής επιχειρηματικότητας – το Επιμελητήριο και τους Εμπορικούς Συλλόγους της Θεσπρωτίας. Αυτά τα ζητήματα δεν λύνονται με αιφνιδιασμούς.
Η απουσία ενημέρωσης και διαβούλευσης από τον Δήμο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και ανησυχίες για τις πιθανές επιπτώσεις σε μια ήδη πολλαπλά πιεσμένη τοπική εμπορική και επαγγελματική δραστηριότητα, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στον κλάδο των υπεραγορών, αλλά εκτείνονται και σε ευρύτερους τομείς της τοπικής αγοράς, όπως η ένδυση, η υπόδηση και το λιανεμπόριο γενικότερα.
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο –ακόμη σοβαρότερο– ζήτημα, που είναι νομικό και, κατ’ επέκταση, βαθιά θεσμικό.
Η άδεια ίδρυσης και η οικοδομική άδεια είναι δύο διαφορετικές διοικητικές πράξεις. Η πρώτη αφορά το δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας μιας δραστηριότητας. Η δεύτερη αφορά τη δυνατότητα νόμιμης ανέγερσης του κτιρίου. Η μία δεν υποκαθιστά την άλλη. Το Δημοτικό Συμβούλιο, όμως, δεν μπορεί να χορηγεί άδεια ίδρυσης όταν είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι δεν μπορεί να εκδοθεί οικοδομική άδεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, η έκταση όπου προβλέπεται να κατασκευαστεί η υπεραγορά και οι συνοδευτικές της εγκαταστάσεις βρίσκεται εντός της 6ης Πολεοδομικής Ενότητας, στην οποία δεν έχει εγκριθεί η Πολεοδομική Μελέτη ούτε έχει κυρωθεί η Πράξη Εφαρμογής. Αυτό σημαίνει κάτι απολύτως σαφές: σήμερα δεν μπορεί να εκδοθεί “κανονικά” οικοδομική άδεια.
Ακριβώς η ίδια πραγματικότητα ισχύει εδώ και χρόνια και για χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες στην 2η (Γραικοχώρι), 4η (Εργατικές Κατοικίες) και 5η (Πυρί- περιοχή προς το Δρέπανο) Πολεοδομικές Ενότητες της Ηγουμενίτσας. Έχουν ακίνητα, έχουν περιουσίες, αλλά δεν μπορούν να οικοδομήσουν, επειδή ο πολεοδομικός σχεδιασμός καθυστερεί.
Το Δημοτικό Συμβούλιο δεν επιτρέπεται να αποφασίζει με βάση μελλοντικές εγκρίσεις ή υποθετικά σενάρια. Στο διοικητικό δίκαιο, η νομιμότητα κρίνεται κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης – όχι με ευχές, ούτε με «προεγκρίσεις». Όταν υπάρχει αντικειμενική αδυναμία νόμιμης δόμησης, η άδεια ίδρυσης καθίσταται θεσμικά έωλη και νομικά προσβλητή.
Παρ’ όλα αυτά, η Δημοτική Αρχή έφερε προς έγκριση τη συγκεκριμένη άδεια ίδρυσης και επιχειρεί να προωθήσει, με πολεοδομικές «αλχημείες», την έκδοση οικοδομικής άδειας σε μια περιοχή όπου κανείς άλλος δεν μπορεί να κτίσει.
Εδώ, λοιπόν, γεννάται και ένα μείζον ζήτημα ισότητας, αθέμιτου ανταγωνισμού και δικαιοσύνης. Όχι μόνο αν «χωράει» άλλη μία υπεραγορά στην πόλη, αλλά και αν επιτρέπεται ο ένας «μεγάλος» να παρακάμπτει κανόνες που δεσμεύουν χιλιάδες «μικρότερους».
Αν θέλουμε πραγματικά επενδύσεις και ανάπτυξη με κανόνες, η λύση είναι μία: να προχωρήσουν άμεσα οι Πολεοδομικές Μελέτες και οι Πράξεις Εφαρμογής σε όλο τον Δήμο Ηγουμενίτσας.
Κανόνες ίδιοι για όλους. Χωρίς αιφνιδιασμούς. Χωρίς εξαιρέσεις. Νομιμότητα χωρίς αστερίσκους. Ανάπτυξη με θεσμική ισονομία.




