Ο «παπαδισμός» πληγή για την Εκκλησία | Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε, προς άρση οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, ότι με τον όρο «παπαδισμό»  εννοούμε τους ιερείς εκείνους (μορφωμένους και αμόρφωτους) που θεωρούν – δεν το θεωρούν όλοι φυσικά- ότι ανήκουν σε μια καθοδηγητική και ιδιαίτερη και προνομιακή κάστα, που τους οφείλεται σεβασμός (οι ίδιοι δεν έχουν αυτοσεβασμό), χωρίς να τον αξίζουν και να τον υποστηρίζουν χαρακτηριολογικά, αδιαφορούν για την πνευματική καλλιέργεια του λαού, τον οποίο θεωρούν χειραγωγούμενο, και εμφανίζουν παραμορφωτικά χαρακτηριστικά.

Έχουν αποκλίνει της αποστολής τους, είναι ψυχροί επαγγελματίες (κακοί μάλιστα). Δίνουν βαρύτητα στη φωνητική και τελετουργική τους ικανότητα και σε άλλα εξωτερικά στοιχεία, λες και συμμετέχουν σε θεατρική παράσταση. Τα τυχερά και η εμπορευματοποίηση της πίστης προς ίδιον όφελος είναι η πρώτη προτεραιότητά τους. Φθονούν, κατακρίνουν και κακοποιούν λεκτικά άλλους λειτουργούς που δεν συμπεριφέρονται όπως αυτοί. Κουτσομπολεύουν ακατάσχετα, ξεπερνώντας κάθε όριο ευπρέπειας. Ως «σεσωσμένοι» και «φωστήρες» και « αμόλυντοι» ψάχνουν ευκαιρία να κατηγορήσουν και να μεγεθύνουν τα σφάλματα των άλλων (ενώ τα δικά τους ή δεν τα αντιλαμβάνονται ή τα  δικαιολογούν). Η υποκρισία και η προβολή ενός ψεύτικου ευσευβιστικού προσωπείου (που καμία σχέση δεν έχει με την εσωτερική πραγματικότητά τους και την προσωπική τους ζωή πίσω από τις κουρτίνες) είναι το χάρισμά τους, ενώ στερούνται σοβαρότητας.

Σε όλες τις κοινωνικές ομάδες μπορεί να συναντήσει κανείς αυτά τα φαινόμενα, ωστόσο όταν τα απαντά κανείς στην πηγή της αγάπης, την Εκκλησία, συνιστά το γεγονός τούτο υποβάθμιση της εκκλησιαστικής διακονίας και αχρηστεύει τη σημασία της παρουσίας του ιερέα στην κοινωνία.

Το να επιλέξει κανείς να γίνει παπάς για να βολευτεί,  σημαίνει ότι έχει ο ίδιος αποδεχθεί τον μειονεκτικό ρόλο και την περιορισμένη σημασία του ιερατικού λειτουργήματος στη ζωή του και μέσα στο περιοριστικό αυτό σχήμα εφησυχάζει και είναι ανήμπορος, και κατά συνέπεια αδιάφορος και αδρανής, για οποιαδήποτε αξιοπρεπή κοινωνική συμπεριφορά και δραστηριότητα.

Με αυτή τη στάση δημιουργείται η εντύπωση ότι ο ιερέας είναι ένα άτομο ανεύθυνο, απαραίτητο μάλλον για γεγονότα που σχετίζονται με τον θάνατο (νεκρώσιμες ακολουθίες, μνημόσυνα), παρά με τη ζωή!

Η θεραπευτική παρέμβαση, που επιβάλλεται να γίνει, και μάλιστα άμεσα, για να ξεφύγουμε από τον “παπαδισμό” και να μεταφερθούμε στον ποιμαντισμό,  δεν πρέπει ασφαλώς να αφορά σε μια επικάλυψη της κατάστασης και ούτε να «ιεροποιήσει»  αφελώς την υπαρκτή εικόνα, αλλά να αποτελεί μια ουσιαστική αναβάθμιση  των ηθικών και των πνευματικών προσόντων  του Ορθόδοξου κληρικού  και μια ενεργοποίηση της ποιμαντικής του ευθύνης.

Να καταλάβουμε, επιτέλους, οι παπάδες (όσοι δεν το έχουμε καταλάβει) ότι έχει καταστεί αναγκαίο πλέον η μετοχή μας στην Εκκλησία να είναι συγχρόνως και μια θετική και εποικοδομητική στάση ζωής. Και τούτο, γιατί οι κοσμικές κοινωνίες και οι καθημερινές ανθρώπινες επιδιώξεις, φαίνεται, ότι μας έχουν ξεπεράσει και σε επιτυχίες και σε ποιότητα.

Ενώ οι ιερείς και οι πιστοί παλαιότερα βρίσκονταν στην πρωτοπορία των γεγονότων, σήμερα παρουσιαζόμαστε ουραγοί και μάλιστα η ιστορία μας θέτει συνεχώς στο περιθώριο. Αυτό δεν εκφράζει ούτε την παράδοση ούτε και το πνεύμα ενός σύγχρονου κοινωνικού και ορθόδοξου ευαγγελισμού.

Επειδή βιώνουμε διάφορες καταστάσεις εντός της ιεροσύνης, που πολλές φορές «μας εξάγουν των ράσων μας», με τις σκέψεις μας αυτές  δεν έχουμε  ως σκοπό να ασκήσουμε κάποια άγονη και αρνητική κριτική, αλλά να συμβάλλουμε κι εμείς σεμνά (με τις αδυναμίες και τα σφάλματά μας δεδομένα) στην ανύψωση και ουσιαστικοποίηση  του ιερατικού λειτουργήματος. Αλλά και στην αποκατάσταση του κοινωνικού κύρους εμάς των κληρικών. Και οι δύο αυτές επιδιώξεις συμπορεύονται και ολοκληρώνουν το έργο του ιερέα της κάθε ενορίας.

Κάτω  ο «παπαδισμός»…

Μοιραστείτε και απολαύστε!

Shares