Μια Ελλάδα που γερνά, κάνει λιγότερα παιδιά και παρουσιάζει ολοένα μεγαλύτερες δημογραφικές ανισότητες από περιοχή σε περιοχή αποτυπώνουν τα στοιχεία των τελευταίων δεκαετιών.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη ταυτόχρονα με τη μείωση των γεννήσεων, την αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνοποίησης και την ενίσχυση του αρνητικού φυσικού ισοζυγίου.
Τα δεδομένα της δημογραφικής ανάλυσης του καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνα Κοτζαμάνη, δείχνουν ότι η μεταβολή δεν είναι πρόσφατη. Έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες και πλέον αποκτά χαρακτηριστικά μακροχρόνιας τάσης.
Από τις 148.000 γεννήσεις στις περίπου 67.000
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Ελλάδα κατέγραφε περίπου 148.000 γεννήσεις τον χρόνο. Σήμερα ο αριθμός αυτός έχει περιοριστεί περίπου στις 67.000. Παράλληλα, οι γυναίκες αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία. Η μέση ηλικία τεκνοποίησης αυξήθηκε από τα 26,2 έτη το 1979-1980 στα 32,2 έτη το 2024-2025.
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο την ηλικία στην οποία δημιουργείται οικογένεια. Έχει μειωθεί σημαντικά και ο συνολικός αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενιές γυναικών.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αντίστοιχος αριθμός είναι πλέον κάτω από 1,5.
Περισσότερες απώλειες από γεννήσεις
Η μείωση των γεννήσεων συναντάται με έναν δεύτερο παράγοντα: την αύξηση των θανάτων. Έτσι, το φυσικό ισοζύγιο της Ελλάδας έχει πλέον περάσει σε έντονα αρνητικό έδαφος.
Την περίοδο 1971-1980 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους κατά περίπου 638.000. Στη δεκαετία 1981-1990 η διαφορά περιορίστηκε στις 276.000, ενώ την επόμενη δεκαετία σχεδόν μηδενίστηκε.
Από το 2011 και μετά η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως. Μόνο την περίοδο 2021-2025 οι θάνατοι ήταν κατά περίπου 290.000 περισσότεροι από τις γεννήσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Το 2024 ο αριθμός είχε φτάσει στους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.
Η θεσπρωτία στις περιοχές που «χτυπά» περισσότερο η δημογραφική κρίση
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η ανάλυση κατέβει σε επίπεδο περιοχών. Μεταξύ 2009 και 2024 οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν συνολικά κατά περίπου 42%. Ωστόσο, η πτώση δεν ήταν ίδια παντού. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής χώρας η μείωση ξεπέρασε το 50%. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η Θεσπρωτία, μαζί με τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτυπώνει ένα πρόβλημα που για αρκετές περιοχές της περιφέρειας δεν είναι πλέον θεωρητικό. Η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιών, η περιορισμένη γονιμότητα και η φυγή πληθυσμού δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο, καθώς λιγότεροι νέοι σημαίνουν μελλοντικά και λιγότερες οικογένειες και λιγότερες γεννήσεις.
Στον αντίποδα, αρκετές νησιωτικές περιοχές εμφανίζουν ηπιότερες απώλειες. Σε ορισμένες μάλιστα η μείωση των γεννήσεων την ίδια περίοδο ήταν μικρότερη από 30%.
Δεν είναι όλοι οι νομοί ίδιοι
Το δημογραφικό πρόβλημα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στον χάρτη της χώρας. Το 2024 ο λόγος θανάτων προς γεννήσεις στους νομούς της Ελλάδας κυμαινόταν από 79 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.
Ορισμένες περιοχές, όπως τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και αρκετοί νομοί της Κρήτης, εμφάνισαν ακόμη και περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Στον αντίποδα, σε 17 νομούς, όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.
Η διαφορά εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού. Περιοχές με μεγαλύτερο αριθμό ηλικιωμένων έχουν αναπόφευκτα περισσότερους θανάτους, ενώ εκεί όπου υπάρχουν περισσότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία είναι πιθανότερο να καταγράφονται περισσότερες γεννήσεις.
Λιγότερες γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έρευνας είναι η συρρίκνωση του πληθυσμού των γυναικών στις βασικές ηλικίες τεκνοποίησης.
Μεταξύ 2008-2009 και 2024-2025 ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000, δηλαδή κατά 28%.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον δημογραφικό βάρος. Ακόμη και αν αυξηθεί η γονιμότητα, οι διαθέσιμες γυναίκες στις ηλικίες τεκνοποίησης είναι πλέον λιγότερες. Και αυτό σημαίνει ότι οι γεννήσεις είναι δύσκολο να επιστρέψουν εύκολα στα επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών.
Το πρόβλημα θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι σημερινές εξελίξεις έχουν ήδη δημιουργήσει τις δημογραφικές συνθήκες του αύριο.
Οι μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980 φτάνουν σταδιακά στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των δυνητικών γονέων θα συνεχίσει να περιορίζεται.
Σύμφωνα με την ανάλυση, μια νέα σημαντική μείωση των γεννήσεων, της τάξης του 15%, αναμένεται μεταξύ 2045 και 2060.
Τότε θα βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία οι γενιές που γεννήθηκαν την περίοδο 2010-2029, οι οποίες είναι συνολικά περίπου 450.000 λιγότερες από τις γενιές που γεννήθηκαν την εικοσαετία 1990-2009.
Η δημογραφία δεν είναι πλέον μόνο εθνικό ζήτημα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δημογραφική κρίση δεν αφορά απλώς τον συνολικό πληθυσμό της Ελλάδας. Αφορά με διαφορετική ένταση κάθε περιοχή, κάθε νομό και κάθε τοπική κοινωνία.
Για περιοχές όπως η Θεσπρωτία, η μεγάλη μείωση των γεννήσεων αποτελεί ένα ακόμη καμπανάκι για το μέλλον. Λιγότερα παιδιά σημαίνουν σταδιακά λιγότερους μαθητές, μικρότερες σχολικές μονάδες, λιγότερους νέους εργαζόμενους και, τελικά, ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην τοπική οικονομία και στις υπηρεσίες.
Η δημογραφική κρίση, επομένως, δεν είναι μόνο ένας αριθμός στις στατιστικές.
Είναι μια αλλαγή που ήδη διαμορφώνει την καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών και προδιαγράφει το πώς θα είναι η Ελλάδα – και ιδιαίτερα η ελληνική περιφέρεια – τις επόμενες δεκαετίες.






