Η «επίθεση» επενδύσεων σε αιολικούς σταθμούς που δέχεται το τελευταίο διάστημα η Θεσπρωτία δεν έχει κυριολεκτικά προηγούμενο. Μετά τους 4 αιολικούς σταθμούς συνολικής ισχύος 24MW, στις θέσεις Σκαλοπούλα και Βελανιδιά 1, 2 και 3 στην Ηγουμενίτσα, ήλθαν οι 4 αιολικοί σταθμοί στις θέσεις Χοιρονήσι 1 και 2, Γουρούνι και Λούτσα, επίσης συνολικής ισχύος 24MW στα Σύβοτα ενώ έγκριση περιβαλλοντικών όρων έλαβαν οι 5 ανεμογεννήτριες συνολικής ισχύος 28MW, στη θέση Κοκκινίτσα Φιλιατών.
Σύμφωνα με το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η χώρα μας έχει θέσει ως στόχο την κάλυψη του 75,9% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2030. Το ενεργειακό μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας για το 2024 (σύμφωνα με στοιχεία του ΔΑΠΕΕΠ) είναι ΑΠΕ 57% (Αιολικά 20%, Φωτοβολταικά 12%, Υδροηλεκτρικά 4%, Βιομάζα 1%), Φυσικό Αέριο 34% και Λιγνίτης 9%. Το αντίστοιχο ενεργειακό μείγμα της Γερμανίας, με στοιχεία του 2023, είναι ΑΠΕ 55%, Λιγνίτης και Άνθρακας 24%, Φυσικό Αέριο 12% ενώ η Γερμανία έχει και κάποιες άλλες μορφές ηλεκτρικής ενέργειας σε μικρά ποσοστά συμμετοχής.
Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την παράθεση αυτών των στοιχείων είναι πολύ συγκεκριμένα:
1ον) Είμαστε ακόμη πίσω από τον εθνικό στόχο ως προς τη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, όμως ο στόχος εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ που έχει τεθεί για το 2030 από το ΕΣΕΚ είναι 24GW και η Ελλάδα έχει φτάσει ήδη στα 26GW.
2ον) Έχουμε σαν χώρα περισσότερη εξάρτηση από τη Γερμανία από το φυσικό αέριο, που στην περίπτωσή μας έρχεται στο μεγαλύτερο μέρος του μέσω Τουρκίας και παράγουμε λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια από λιγνίτη, (παρά τα τεράστια κοιτάσματα που υπάρχουν), από τη Γερμανία που μας κουνάει το δάχτυλο για «καθαρή ενέργεια» και «πράσινη μετάβαση».
3ον) Έχουμε έναν αδικαιολόγητα μεγάλο εθνικό στόχο για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο 75,9% (ο αρχικός ήταν 80%), όταν ο ευρωπαϊκός στόχος είναι 69% και όταν η Ελλάδα (στοιχεία 2023) συμβάλει μόνο κατά 0,27% στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αφού στην ουσία είμαστε χώρα χωρίς βιομηχανία.
Αυτή η υπερπαραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από ΑΠΕ (κυρίως από τα αιολικά πάρκα και σε μικρότερο βαθμό τα φωτοβολταικά) διαταράσσει την ευστάθεια του συστήματος και επειδή δεν διαθέτουμε υποδομές αποθήκευσης ηλεκτρικού ρεύματος, οι περικοπές της «πράσινης ενέργειας» είναι ίσως η μόνη θεραπεία για να αποφευχθεί ένα συνολικό μπλακάουτ. Και πιθανότατα, στον βαθμό που συνεχίζεται η φρενήρης απαλλοτρίωση καλλιεργήσιμης γης για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ούτε η θεραπεία αυτή θα αποδειχθεί επαρκής. Από την άλλη μεριά, οι επενδύσεις για την αναβάθμιση των δικτύων και η περαιτέρω ανάπτυξη ενεργειακών διασυνδέσεων (για να εξαγάγουμε την ενέργεια που δεν χρειαζόμαστε και η Ελλάδα να καταστεί ηλιακή «μπαταρία» της Ευρώπης, όπως επί μνημονίων ονειρεύονταν οι Γερμανοί) θα χρειαστούν μερικές δεκαετίες για να αποδώσουν.
Τα παράδοξα, βέβαια, της «πράσινης ανάπτυξης» δεν είναι μόνο ελληνικά. Το πείραμα αποτυγχάνει παγκοσμίως και η νέα διοίκηση Τραμπ το διαπίστωσε έγκαιρα. Η ελληνική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι με όλα αυτά, εκτοξεύεται και η τιμή του ρεύματος στη λιανική…
-Γιατί συνεχίζουμε, σε εθνικό επίπεδο, αυτή την αδιέξοδη ενεργειακή πολιτική;
-Γιατί συνεχίζεται στη Θεσπρωτία αυτή η προκλητική προσπάθεια των επενδυτών να εγκαταστήσουν ανεμογεννήτριες σε εντελώς ακατάλληλες θέσεις; Μήπως κάποιοι τους «κλείνουν το μάτι»;






