Είναι πραγματικά αμφίβολο αν οποιοσδήποτε οδηγός, ακόμη και κινούμενος με την απολύτως επιτρεπόμενη ταχύτητα των 30 χλμ/ώρα, θα μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα σε αυτό το εμπόδιο που έχει τοποθετηθεί κυριολεκτικά στη μέση του δρόμου.
Πρόκειται για τον κεντρικό οδικό άξονα που συνδέει το Γραικοχώρι με την Ηγουμενίτσα, έναν δρόμο αυξημένης και εικοσιτετράωρης κυκλοφορίας.
Κι όμως, η «σήμανση» περιορίζεται σε μια κόκκινη ταινία, η οποία τη νύχτα είναι πρακτικά αόρατη λόγω του χαμηλού και κιτρινωπού φωτισμού της περιοχής.
Δεν υπάρχουν ανακλαστήρες, δεν υπάρχουν φωτεινές προειδοποιητικές ενδείξεις, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόβλεψη ασφάλειας, όπως ρητά επιβάλλει ο ΚΟΚ και οι σχετικές τεχνικές προδιαγραφές.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος μας έσκαψε … το λάκκο στη μέση του δρόμου, αλλά πού βρίσκεται η Τροχαία.
Ποιος ελέγχει την εφαρμογή του νόμου;
Ποιος διασφαλίζει ότι οι εργολάβοι και οι αρμόδιοι φορείς τηρούν τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις σήμανσης και ασφάλειας στους δημόσιους δρόμους;
Η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές δεν είναι απλή αμέλεια• είναι συνευθύνη.
Και αν συμβεί ατύχημα —ιδιαίτερα με μηχανάκι— είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι ευθύνες θα αποδοθούν για ακόμη μία φορά στον «κακό οδηγό», που ενδεχομένως δεν φορούσε κράνος, αποκρύπτοντας την πραγματική αιτία που είναι η πλήρης απουσία ασφαλούς και νόμιμης σήμανσης.
Τελικά, για μια ακόμα φορά γεννάται το εύλογο ερώτημα αν η αυστηρότητα του νέου ΚΟΚ εφαρμόζεται για την ουσιαστική προστασία της ζωής και της ασφάλειας των πολιτών ή περιορίζεται σε έναν μονοδιάστατο, φοροεισπρακτικό χαρακτήρα, αφήνοντας ανεξέλεγκτες τις πραγματικές και καθημερινές εστίες κινδύνου στους δρόμους;






