Ξανά στο προσκήνιο οι υποκλοπές | Γράφει ο Παύλος Λ. Αλεξίου

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Μετά την πρόσφατη δικαστική απόφαση:

Οι υποκλοπές ξανά στο προσκήνιο, αναδεικνύουν όχι ένα «κράτος δικαίου»,  αλλά έναν παρακρατικό μηχανισμό που παρακολουθεί τους πάντες «ανοίγουν» και ζητήματα κατασκοπείας και ανάμειξης ξένου παράγοντα

 

Η πρόσφατη απόφαση ενός «κατώτερου» δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) για τις υποκλοπές, καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα ότι το «predator» αφορά «ιδιώτες» και αναδεικνύει την εμπλοκή στην υπόθεση της ΕΥΠ και άλλων συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών. Φέρνει την κυβέρνηση σε ολοφάνερη αμηχανία και τον πρωθυπουργό σε δεινή θέση, δημιουργεί σειρά αναταράξεων στο πολιτικό σκηνικό και δεν αποκλείεται το κρατικό αυτό σκάνδαλο να αναδειχτεί σε ένα μείζον ζήτημα που θα επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις περαιτέρω.

Από το καλοκαίρι του 2022, ο παρακρατικός αυτός μηχανισμός, παρακολουθούσε το μισό υπουργικό συμβούλιο (Δένδια, Γεραπετρίτη Χατζηδάκη κλπ.), τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Ν. Ανδρουλάκη, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων (πρώην αρχηγό ΓΕΕΘΑ Φλώρο και λοιπά στελέχη που είχαν άμεση σχέση με την Εθνική Άμυνα) και όχι μόνο. Και είναι «απορίας άξιον» πως δεν έγινε καμία έγκληση από τους παρακολουθούμενους κατά των περίφημων «ιδιωτών». Ουδείς έδειξε τη διάθεση ν’ ασχοληθεί με το αν αυτοί είχαν υποκλέψει σημαντικά κρατικά ή προσωπικά στοιχεία, ούτε και εμφανίστηκαν σαν μάρτυρες στο δικαστήριο.

Είχε προηγηθεί τροποποίηση του νόμου για την ΕΥΠ από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, προκειμένου αυτή να υπαχθεί πλέον απευθείας στο γραφείο του. Στους κόλπους της δημιουργήθηκε, σαν «παραπαίδι» της, μια καινούργια ανεξέλεγκτη, προστατευόμενη με «άβατο» υπηρεσία, το Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΚΕΤΥΑΚ), μέσω του οποίου έγιναν οι διασυνδέσεις με άλλες εταιρείες, που ανέλαβαν το «θεάρεστο» έργο των παρακολουθήσεων, προκειμένου τα ίχνη τους να χαθούν στο σκοτάδι.

Από την πρώτη στιγμή εμφάνισης του σκανδάλου η κυβέρνηση ακολούθησε την πάγια τακτική της αποποίησης ευθυνών και της συγκάλυψής του. Με τον ανεκδιήγητο κυβερνητικό εκπρόσωπο Μαρινάκη να δηλώνει ότι είναι θέμα κάποιων «ιδιωτών». Με τον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Α. Ζήση να εξετάζει ελάχιστα τον «κρεοπώλη» (μέσω του τηλεφώνου του οποίου έγιναν οι υποκλοπές), να θεωρεί ότι δεν στοιχειοθετείται σύνδεση ΕΥΠ και «predator» και να στέλνει την υπόθεση στο αρχείο. Με την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αδειλίνη, να ανακοινώνει ότι  «δεν συνάγεται αναντίλεκτα» σχέση «predator» με τον κρατικό μηχανισμό και την ΕΥΠ.

Στη ίδια κατεύθυνση ενεργοποιήθηκαν και άλλοι μηχανισμοί προκειμένου να παρεμποδιστεί ο έλεγχος από τα μέλη της ΑΔΑΕ (Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών) σε ΚΕΤΥΑΚ και ΕΥΠ, ενώ η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής κατέληξε σε ένα δισέλιδο ανεπαρκές, απαλλακτικό πόρισμα. «Κερασάκι στην τούρτα» αποτέλεσε το γεγονός ότι ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε ότι οι παρακολουθούμενοι έχουν το δικαίωμα να μάθουν τους λόγους της παρακολούθησής των, έλαβαν μια αόριστη αρνητική απάντηση, με την επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας».

Η «ανώτερη», «ανεξάρτητη», «αδέκαστη», «τυφλή» δικαιοσύνη «στις δόξες της» !!!

Και έρχεται ένας «κατώτερος» δικαστής και κρίνει ένοχους και τους τέσσερις κατηγορούμενους επιχειρηματίες για τις υποκλοπές, μέσω του παράνομου λογισμικού «predator», Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο και τον Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν, πρώην αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ και ιδρυτή της «Intellexa» και την σύζυγό του Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου διαχειρίστρια της εταιρείας, με ποινές 126 ετών και 8 μηνών, με αναβάθμιση του κατηγορητηρίου, όχι για  ένα αλλά για 87 εγκλήματα. Το δικαστήριο αποφάσισε να στείλει τα πρακτικά της δίκης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, προκειμένου να ξεκινήσει νέα έρευνα (με ποινικές πτυχές αυτή τη φορά), φέρνοντας και στελέχη της κυβέρνησης προ των ευθυνών τους, καθώς θα πρέπει να κληθούν να καταθέσουν.

Από την απόφαση του δικαστηρίου, ζητείται η διερεύνηση περαιτέρω των αδικημάτων σε κακουργηματικό επίπεδο, της συναυτουργίας, της διακίνησης λογισμικών συσκευών παρακολούθησης και άλλων δεδομένων, της ψευδούς κατάθεσης – ακόμα και για έγκλημα κατασκοπείας, αφού προκύπτει η σχέση των εμπλεκομένων εταιρειών με τις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, τεκμηριώνεται η παρουσία στους κόλπους της ΕΥΠ μελών του προσωπικού των εταιρειών «Krikel», «Intellexa» και «Cytrox», υπεύθυνων για την κατασκευή και τη διάθεση του παράνομου λογισμικού «predator», ενώ παραπέμπεται και ο «κρεοπώλης» για ψευδορκία. Αποκαλύφθηκε και στη δίκη ότι η ΑΔΑΕ πραγματοποίησε ελλιπέστατους ελέγχους στην ΕΥΠ αναφορικά με τη νομιμότητα των επισυνδέσεων.

Μετά από όλα αυτά γίνεται  σαφώς αντιληπτό γιατί οι κατηγορούμενοι δεν θέλησαν να βρεθούν στη δικαστική αίθουσα. Εκπροσωπήθηκαν από τους συνηγόρους τους, ενώ ασκώντας, κατά τα πρότυπα του «Φραπέ», το δικονομικό δικαίωμα «της σιωπής», αρνήθηκαν να απολογηθούν !

Η απόφασή αυτή έδωσε την ευκαιρία στον Ανδρουλάκη να κάνει λόγο για «δικαίωσή του», για «ήττα του παρακράτους» και να «κερδίσει πόντους» στη εσωκομματική διαμάχη. Όμως περίεργη κρίθηκε η πρότασή του να μεταφερθεί η υπόθεση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών στον Άρειο Πάγο, για «αναβάθμιση» δήθεν της έρευνας, όπως έγινε στο παρελθόν, με αποτέλεσμα το πόρισμα του αντιεισαγγελέα Ζήση. Πρακτικά, η αντίδραση Ανδρουλάκη, παρά τον καταγγελτικό τόνο της,  στην πράξη «ρίχνει την μπάλα στη εξέδρα».

Και ενώ συνέβησαν όλα αυτά ο Μητσοτάκης, στην «ώρα του πρωθυπουργού», δεν βρήκε να πει ούτε μία κουβέντα για τις υποκλοπές, αν και του δόθηκε η ευκαιρία. Στο τέλος της δευτερολογίας του μόνο έκανε μια γενικόλογη αναφορά για το «κράτος δικαίου», λέγοντας πως η κυβέρνηση αποδέχεται την πρόταση Ανδρουλάκη για προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση στη Βουλή. Και ο Άρειος Πάγος και η συζήτηση στη Βουλή και η Εξεταστική Επιτροπή -«σημαδεμένα χαρτιά»- διευκολύνουν την κυβέρνηση. Έτσι και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος οχυρώθηκε πίσω από το επιχείρημα «εμείς σεβόμαστε τη Δικαιοσύνη…».

Η κυβέρνηση που βρίσκεται σε «ανάμενα κάρβουνα», γιατί ουσιαστικά το Δικαστήριο ζήτησε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών να ανοίξει ο φάκελος των υποκλοπών στο σύνολο του,  θα κάνει ότι μπορεί για τον έλεγχο της Δικαιοσύνης και για την συγκάλυψη της υπόθεσης. Υπάρχουν άλλωστε τα προηγούμενα της παρακολούθησης το 2004-2005 του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή,  υπουργών του και δεκάδων πολιτών από ένα «τρίγωνο», με κέντρο την Αμερικάνικη Πρεσβεία και η υπόθεση της πολύμηνης παρακολούθησης του τηλεφωνικού κέντρου του ΚΚΕ, που δεν διερευνήθηκαν ποτέ σε βάθος, με ευθύνη των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.

Η υπόθεση έδωσε την ευκαιρία σε Πολάκη, Τσίπρα, Φάμελο, Χαρίτση να «συνευρεθούν» σε ένα «μπαράζ» καταγγελιών κατά του Μητσοτάκη, ως «ηθικού αυτουργού» των υποκλοπών και του τότε υπεύθυνου του γραφείου του και ανεψιού του, Γρηγόρη Δημητριάδη, ως «εκτελεστικού βραχίονα των υποκλοπών». Μαζί με τις καταγγελίες Ανδρουλάκη μερίδα του αστικού τύπου είδε «πεδίο συγκλίσεων των προ­ο­δευ­τι­κών δυνάμεων κόντρα στη ΝΔ με φόντο την εντολή σχη­μα­τι­σμού κυβέρ­νη­σης» και έκανε την εκτίμηση ότι «οι υπο­κλο­πές τους φέρ­νουν πιο κοντά αλλά μετε­κλο­γικά».

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά κάποιους «ιδιώτες», αλλά έναν παρακρατικό μηχανισμό, με οργανωτή και εντολέα το ίδιο το κράτος, τις μυστικές υπηρεσίες και τις εκάστοτε κυβερνήσεις του, με διασύνδεση – εμπλοκή και του ξένου παράγοντα. Έναν μηχανισμό της αστικής εξουσίας, με ένα αντιδραστικό και επικίνδυνο θεσμικό πλαίσιο, που αν ως ο «Μεγάλος Αδελφός» παρακολουθεί επώνυμους και μεγαλόσχημους, για λόγους ελέγχου, εκβιασμών ή άντλησης πληροφοριών για κρατικά μυστικά, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι αυτό γίνεται σε ευρεία κλίμακα για τους πάντες και ιδιαίτερα για κάθε πολίτη, εργαζόμενο ή νεολαίο και για κάθε οργάνωση που αντιστέκεται στην πολιτική του αστικού κράτους και των κυβερνήσεων του.

Μοιραστείτε και απολαύστε!

Shares