Επιζωοτίες και η στροφή της Ελληνικής κτηνοτροφικής παραγωγής | Γράφει ο Θεόδωρος Χόβολος

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Στις 20 Αυγούστου 2026 θα κλείσουν δύο χρόνια όπου η Ευλογιά των προβάτων κυκλοφορεί  στη χώρα αναξέλεγκτα,  σπέρνοντας την καταστροφή και τη δυστυχία όχι μόνο στους κτηνοτρόφους που την συνάντησαν, αλλά κατακρημνίζοντας οικονομικά και κοινωνικά ολόκληρες περιοχές της ελληνικής υπαίθρου. Κοντά μισό εκατομμύρια ζώα θανατωμένα και σχεδόν 2.700 κτηνοτρόφοι σε απόγνωση ενώ, η διετή κυκλοφορία του ιού, κάνει εξαιρετικά αμφίβολη την επιστροφή σε καθεστώς «ελεύθερο από Ευλογιά» που απαιτεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Λίγο πριν την εμφάνιση της Ευλογιάς,  στις 11 Ιούλη 2024, η Πανώλη των μικρών μηρυκαστικών, μας προετοίμασε για το είδος της καταστροφής που προκαλούν αυτού του τύπου νοσήματα, με περίπου  άλλα 40.000 ζώα θανατωμένα. Οι  διαλυμένες και υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες από τον μνημονιακό οδοστρωτήρα, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες του κρατικού κτηνιατρικού προσωπικού, μπόρεσαν να ελέγξουν την νόσο, επικουρούμενες από την ειδική συμπεριφορά  του νοσογόνου παράγοντα. Στην Ευλογιά δεν υπήρχαν αυτές οι αντοχές.

Τον Μάρτη του τρέχοντος έτους ο Αφθώδης Πυρετός, αποδεκάτισε την κτηνοτροφία  και την οικονομία της Λέσβου, αφήνοντας σε απόγνωση κτηνοτρόφους και μεταποιητές, με τις θανατώσεις να φτάνουν στα 57.000 ζώα μέχρι σήμερα. Πέραν αυτού, εδώ έχουμε και την απώλεια πολύτιμου, αυτόχθονου  γενετικού υλικού, πάντα υπό την επίβλεψη του κρατικού μηχανισμού.

Λίγο πριν την επέλαση των ζωονόσων, τον Σεπτέμβρη του 2023 είχαμε  την καταστροφή του θεσσαλικού κάμπου από τον Daniel  που σκότωσε 37.000 αιγοπρόβατα, μεταξύ των πολλών άλλων χιλιάδων άλλων ζώων που πνίγηκαν. Ανύπαρκτες οι ανασυστάσεις των χαμένων κτηνοτροφικών μονάδων και απαγορευμένες μετά την Ευλογιά μέχρι και σήμερα.

Αυτές τις τεράστιες καταστροφές, η πολιτική ηγεσία του τόπου τις αποδίδει  στα  φυσικά φαινόμενα και εναποθέτει  τόσο την ευθηνή όσο και τη λύση, κύρια στην «ατομική ευθύνη». Αυτό αποτελεί μόνιμο κυβερνητικό μοτίβο και το βασικό ιδεολογικό σχήμα σέ κάθε είδους κρίσης. Επιχείρημα που αναπαράγεται σε όλες τις βαθμίδες της κρατικής ιεραρχίας, όπως αποδείχθηκε και με τις πρόσφατες δηλώσεις του Περιφερειάρχη Ηπείρου στα νέα κρούσματα στο Νομό Πρεβέζης, οι οποίες φυσικά και καταδικάστηκαν από την  Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων του Νομού. Αυτοί που δεν θέλουν να εφαρμόσουν αυτά που αποφασίζουν, κατηγορούν τους κτηνοτρόφους ότι « δεν τηρούν τα μέτρα». Οι αδικημένοι μετατρέπονται σε διωκούμενους και καταχραστές.

Αυτό που συστηματικά επιδιώκεται, είναι να συσκοτιστεί το γεγονός της απουσίας ενός στρατηγικού σχεδιασμού για το μέλλον της κτηνοτροφικής παραγωγής  και η απροθυμίας της κυβέρνησης, για ουσιαστική στήριξη στον στρατηγικό  παραγωγικό κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας, στυλοβάτη μεγάλου μέρους της ελληνική ύπαιθρης οικονομίας. Το σύγχρονο οικονομικό μοντέλο είναι μιας τριτογενοποημένη οικονομία στραμμένη στις παντός φύσης υπηρεσίες,  με τον τουρισμό σαν την «βαριά βιομηχανία» του τόπου, με φωτοβολταϊκά στα χωράφια και ανεμογεννήτριες στα βουνά. Τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα της ελληνική υπαίθρου είναι μπροστά μας.

Αν η ζοφερή αυτή πραγματικότητα βιώνεται με τραγικό τρόπο σήμερα συνολικά από τον αγροτικό κόσμο, ειδικότερα για τον κτηνοτροφικό χώρο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι αυτή η πραγματικότητα, αποτελεί τη συνέχεια μιας  χρόνιας αντιμετώπισης της κτηνοτροφίας σαν «αποπαίδι» της αγροτικής παραγωγής. Είναι χρονίζουσες  πολιτικές που κρατάνε την αγροτική οικονομία της χώρας σε μια τριτοκοσμική σχέση κτηνοτροφίας / γεωργίας στο 30/70 – χωρίς να πλησιάζουμε καν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 45/55 – μετά σαράντα πέντε χρόνων  πλουσιοπάροχων Ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Τα σημερινά δραματικά γεγονότα πρέπει να ειδοθούν σαν την κορύφωση μιας σοβούσας κρίσης χρόνων στον κτηνοτροφικό τομέα που οξύνεται και αποκαλύπτεται  κάτω από την άκρως επιταχυνόμενη τροποποίηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Έτσι λοιπόν  αβίαστα προβάλει το ερώτημα: Η σημερινή κρίση της κτηνοτροφικής παραγωγής της χώρας, στον μοναδικό μη συγκεντρωποιημένο κλάδο της, την αιγοπροβατοτροφία, αποτελεί ένα προσωρινό επιφανειακό επεισόδιο στην ιστορική εξέλιξή της, ή   αυτός ο κτηνοτροφικός κλάδος κάνει μια απότομη στροφή στην ιστορία του και  εγκαταλείπει οριστικά το δρόμο που είχε ακολουθήσει μέχρι σήμερα; Ποιες οι περιβαλλοντικές, οι  κοινωνικές και διατροφικές συνέπειες μιας τέτοιας αλλαγής;

Είναι ξεκάθαρο πως ο μικρός ρυθμός συγκεντροποίησης της αιγοπροβατοτροφίας των προηγούμενων χρόνων,  επιταχύνεται αστρονομικά με καταλύτη τους νοσογόνους παράγοντες. Και όμως  δεν είναι αυτοί που προκαλούν την καταστροφή, αλλά η πραγματική αιτία είναι η περιφρόνηση ενός ολόκληρου παραγωγικού κλάδου, που οι κυβερνόντες τον βλέπουν μόνο σαν δεξαμενή ψήφων που θα τους κρατά στην εξουσία, όπως φαίνεται και από το  τερατούργημα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αν τα προηγούμενα χρόνια μια περήφανη επαγγελματική τάξη υποχρεωνόταν σταδιακά χρόνο με το χρόνο να εγκαταλείπει την εκτατική / ημιεκτατική παραδοσιακή μορφή συγκρότησης, τώρα εσπευσμένα  πρέπει να κινηθεί σ΄ ένα μοντέλο εντατικής – βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας με αμφίβολα αποτελέσματα. Το τελευταίο «οχυρό» πρέπει να πέσει.

Μέσα σ΄ αυτή τη διαδικασία το περιβαλλοντικό, κοινωνικό και διατροφικό αποτύπωμα θα είναι βαρύ στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και όπως πάντα φυσικά, θα πληρωθεί με τον ένα ή άλλον τρόπο από τον εργαζόμενο λαό. Πρώτο θύμα φυσικά ο κτηνοτροφικός κόσμος και η ελληνική ύπαιθρος που είδη αποψιλώνεται από κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Νομοτελειακά αυτός ο κόσμο είναι που πρέπει να βάλει φρένο σ΄ αυτή τη διαδικασία μέσα από συλλογικές δράσεις τόσο σε συνδικαλιστικό όσο και σε παραγωγικό επίπεδο. Ο αγώνας για επιβίωση της ύπαιθρης κτηνοτροφικής παραγωγής ενάντια  στην συγκεντροποιημένη – βιομηχανοποιημένη που έρχεται, αφορά όλο τον αγροτικό πληθυσμό, όλον τον εργαζόμενο λαό.

Μοιραστείτε και απολαύστε!

Shares