Πληροφορήθηκα μόλις σήμερα πως ο Γιώργος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Δεν ξέρω πόσες ημέρες πέρασαν από τότε που η πόλη μας έχασε έναν άνθρωπο τόσο γνώριμο, τόσο ξεχωριστό, τόσο δικό της.
Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμη κι όταν φεύγουν, δεν φεύγουν πραγματικά.
Μένουν στους δρόμους που περπάτησαν,στα παγκάκια όπου κάθισαν στις γωνιές όπου στάθηκαν στη θάλασσα που κοιτούσαν για ώρες, στις μνήμες εκείνων που τους γνώρισαν.
Είμαι γέννημα θρέμμα αυτού του τόπου και γνώριζα τον Γιώργο από τότε που ήμουν παιδί…τον θυμάμαι πάντα μέσα στην Ηγουμενίτσα, να περπατά ακούραστα στους δρόμους της, με τις παντόφλες του, με το μικρό ραδιόφωνο πάντα μαζί του, να ακούει τη δική του μουσική και να ταξιδεύει ίσως σε έναν κόσμο που μόνο εκείνος γνώριζε.
Είχε το δικό του παγκάκι, τη δική του διαδρομή, το δικό του χώρο, και πάντα, κάπου κοντά στη θάλασσα, εκεί, απέναντι στο απέραντο γαλάζιο, έμοιαζε σαν να είχε βρει έναν τρόπο να συνομιλεί με τη ζωή, μια ζωή που δεν του χαρίστηκε, μια ζωή δύσκολη, σε μια κοινωνία που πολλές φορές δεν ξέρει να αγκαλιάζει τους διαφορετικούς ανθρώπους, εκείνους που βαδίζουν σε δρόμους δικούς τους.
Πριν από πολλές δεκαετίες, όταν εργαζόμουν στο παραλιακό καφέ Metering, πολλά μεσημέρια καθόμασταν μαζί στο ίδιο τραπέζι, μιλούσαμε για τα πάντα, ο Γιώργος μου μιλούσε για τη ζωή του, για το κοριτσάκι του, για τη διαδρομή που είχε επιλέξει να ακολουθήσει.
Μια ημέρα θυμάμαι μέσα στην πόλη, από τις πολλές φορές που μιλήσαμε, ηρθε προς το μέρος μου χαμογελαστός, όπως πάντα, και μου είπε με χαρά :
Γιάννη, έγινα παππού » μέσα σε αυτή τη μικρή φράση, υπήρχε όλη η χαρά του κόσμου.
Ο Γιώργος ήταν ένας άνθρωπος άκακος, ευγενικός , χαμογελαστός, ενας άνθρωπος που πολλές φορές ζούσε μέσα στον δικό του κόσμο, σε έναν κόσμο που ίσως εμείς δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε πραγματικά.
Όμως εκείνος ήταν πάντα εδώ, στην πόλη μας, στους δρόμους μας, στην καθημερινότητά μας.
Ήταν μία από εκείνες τις χαρακτηριστικές μορφές που, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, γίνονται κομμάτι ενός τόπου.
Και τώρα που έφυγε, ίσως να καταλάβουμε πόσο πολύ τον είχαμε συνηθίσει να υπάρχει.
Ίσως, κάποια στιγμή, θα περπατήσουμε στους δρόμους της Ηγουμενίτσας και θα περιμένουμε να τον δούμε να περνά,
με τις παντόφλες του, με το ραδιόφωνό του, με το χαμόγελό του….
Κι ύστερα θα θυμηθούμε πως ο Γιώργος δεν θα είναι πια εκεί….
Μα θα είναι κάπου αλλού.
Ίσως σε μια άλλη θάλασσα, πιο γαλάζια από τη δική μας. Ίσως σε έναν κόσμο χωρίς δυσκολίες, χωρίς μοναξιά, χωρίς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν.
Και ίσως εκεί, για πρώτη φορά, να μην είναι μόνος.
Καλό παράδεισο, Γιώργο.
Συλλυπητήρια στην οικογένειά σου.
Καλό σου ταξίδι, φίλε…





