Σημαντικές αυξήσεις στο κόστος χρήσης της Εγνατίας Οδού προβλέπονται τα επόμενα χρόνια, με τη νέα τιμολογιακή πολιτική που συνδέεται με την παραχώρηση του αυτοκινητοδρόμου να προκαλεί έντονες αντιδράσεις.

Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος των εργαζομένων της «Εγνατία Οδός ΑΕ» Γιώργος Γουδέβενος σε συνέντευξη τύπου, η χιλιομετρική χρέωση από περίπου 3 λεπτά ανά χιλιόμετρο την περίοδο της δημόσιας διαχείρισης αυξήθηκε σταδιακά στα 4 και στη συνέχεια στα 5 λεπτά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η χρέωση αναμένεται να φτάσει στα 8 λεπτά ανά χιλιόμετρο στα τέλη του 2027 ή στις αρχές του 2028, μετά και τις προβλεπόμενες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές. Αυτό μεταφράζεται σε συνολική αύξηση της τάξης του 170%-180% σε σχέση με την περίοδο της δημόσιας διαχείρισης.
Ιδιαίτερη επιβάρυνση αναμένεται στο τμήμα Βέροια – Θεσσαλονίκη, όπου προβλέπεται η λειτουργία νέου σταθμού διοδίων, προσθέτοντας επιπλέον κόστος σε μια διαδρομή που μέχρι σήμερα δεν επιβαρυνόταν αντίστοιχα.
Στο επίκεντρο και οι απαλλαγές για τη Θεσπρωτία
Σημαντικό είναι και το ζήτημα των απαλλαγών από τα διόδια για τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών.
Σύμφωνα με την τοποθέτηση των εργαζομένων, οι σχετικές απαλλαγές διατηρούνται έως το τέλος του 2027, με το κόστος να καλύπτεται από το Δημόσιο. Από το 2028 ωστόσο, προβλέπεται η κατάργηση τους, γεγονός που θα σημαίνει ότι κάτοικοι περιοχών όπως η Θεσπρωτία θα κληθούν να καταβάλλουν κανονικά το νέο αντίτιμο.
Η εξέλιξη προκαλεί εύλογο προβληματισμό, ιδιαίτερα σε μια περιοχή που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Εγνατία Οδό για τις καθημερινές μετακινήσεις, τις επαγγελματικές δραστηριότητες και τη σύνδεση της με την υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα.
Το ερώτημα για έναν δρόμο που κατασκευάστηκε με δημόσιο χρήμα
Οι εργαζόμενοι έθεσαν παράλληλα και το ζήτημα του ευρύτερου ρόλου της Εγνατίας Οδού, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία δεν περιοριζόταν στη λειτουργία και συντήρηση του αυτοκινητοδρόμου, αλλά μπορούσε να συμβάλλει στην ωρίμανση σημαντικών έργων στις τοπικές κοινωνίες.
Έγινε αναφορά και στα περίπου 240 εκατ. ευρώ αποθεματικών της Εγνατίας Οδού, τα οποία, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, είχαν συμβάλει στην ωρίμανση έργων, μεταξύ άλλων στην περιφερειακή Ηγουμενίτσας και στον άξονα Δράμας–Καβάλας.
Η νέα εποχή της Εγνατίας φέρνει έτσι ένα κρίσιμο ερώτημα για τις περιοχές της Βόρειας και Δυτικής Ελλάδας: πόσο θα κοστίζει τελικά η χρήση ενός αυτοκινητοδρόμου που κατασκευάστηκε με δημόσιους πόρους και ποια αντισταθμίσματα θα υπάρχουν για τις τοπικές κοινωνίες;
Για τη Θεσπρωτία, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η ενδεχόμενη κατάργηση των απαλλαγών από το 2028 θα προσθέσει ένα ακόμη κόστος στις μετακινήσεις των κατοίκων μιας παραμεθόριας περιοχής.






