Για χρόνια ο τσοπάνης ήξερε καλά το κοπάδι του. Ήξερε πόσο σανό χρειαζόταν για να είναι ήσυχο, πότε έπρεπε να ανοίξει την πόρτα του μαντριού και πότε να σφυρίξει για να μαζευτούν όλοι γύρω του, κι εκείνα τον ακολουθούσαν. Άλλοτε πρόθυμα και άλλοτε από συνήθεια.

Μόνο που ένα πρωί κάτι του φάνηκε διαφορετικό. Τα πρόβατα δεν κοιτούσαν όλα προς το μέρος του. Μερικά είχαν αρχίσει να κοιτάζουν προς τον απέναντι λόφο. Άλλα στέκονταν σε μικρές παρέες και ψιθύριζαν μεταξύ τους. Κι όταν εκείνος σφύριζε, δεν έτρεχαν πια όλα τόσο γρήγορα όσο παλιά. Ο τσοπάνης ανησύχησε και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Το σανό που μέχρι χθες μετρούσε προσεκτικά, άρχισε ξαφνικά να τον μοιράζει απλόχερα.
«Φάτε», τους έλεγε… Και την επόμενη μέρα έφερε κι άλλο.
Ύστερα θυμήθηκε πως η ποτίστρα ήθελε επισκευή. Μετά θυμήθηκε πως ο φράχτης είχε χρόνια μια τρύπα που έπρεπε επιτέλους να κλείσει.
Ανακοίνωσε ακόμη ότι σύντομα θα έφτιαχνε καινούργιο υπόστεγο για τον χειμώνα. Και λίγο αργότερα τους είπε ότι σχεδίαζε να ανοίξει έναν καλύτερο δρόμο προς το λιβάδι.
Τα πρόβατα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Πολύ καλός έγινε ξαφνικά ο τσοπάνης», είπε ένα.
«Μπορεί να κατάλαβε τις ανάγκες μας», απάντησε ένα δεύτερο.
Το γηραιότερο του κοπαδιού δεν είπε τίποτα, γιατί είχε ζήσει αρκετούς χειμώνες για να ξέρει πως οι τσοπάνηδες σπάνια αλλάζουν συνήθειες από τη μια μέρα στην άλλη.
Κοίταξε το σανό που είχε γεμίσει τις ταΐστρες, τα καινούργια παλούκια στον φράχτη και τον τσοπάνη που ξαφνικά θυμήθηκε όλα όσα το κοπάδι ζητούσε χρόνια. Ύστερα κοίταξε τα νεότερα πρόβατα που έτρωγαν ευχαριστημένα.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο αναρωτήθηκε για πόσο ακόμη τα πρόβατα θα έμεναν… τόσο πρόβατα.
Κ.Σ







