Τις τελευταίες ημέρες η τοπική επικαιρότητα κατακλύζεται από ανακοινώσεις νέων έργων και χρηματοδοτήσεων. Κάθε χρηματοδότηση που ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες του τόπου είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη ακόμη και να έρχεται αργά. Αλλά τα ποσά και οι ανακοινώσεις δεν αρκούν. Οι χρηματοδοτήσεις είναι απαραίτητες· δεν αποτελούν όμως από μόνες τους πολιτική. Πολιτική είναι να ξέρεις τι θέλεις να δημιουργήσεις με αυτές, ποιες ανάγκες θέλεις να καλύψεις και ποιο αποτέλεσμα θέλεις να αφήσεις στην τοπική κοινωνία.
Γι’ αυτό, παράλληλα με όσα ανακοινώνονται, καλό θα ήταν να κρατάμε ζωντανή αυτή την ουσιαστική συζήτηση για τη Θεσπρωτία.
Η διοργάνωση για πρώτη φορά ενός ολοκληρωμένου Φεστιβάλ Πόλης στην Ηγουμενίτσα ήταν μια θετική εξέλιξη. Έστω και σε μια καλλιτεχνικά ακόμη μη ολοκληρωμένη μορφή, έφερε θέατρο, μουσική, χορό και άλλες δράσεις σε ένα ενιαίο θερινό πρόγραμμα και, κυρίως, απέδειξε στην πράξη κάτι που υποστηρίζαμε εδώ και πολλά χρόνια: ότι η Ηγουμενίτσα είχε ανάγκη από έναν κατάλληλο υπαίθριο χώρο πολιτισμού.
Έχω ιδιαίτερη σχέση με το Υπαίθριο Θέατρο Ηγουμενίτσας. Ως Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών χρηματοδότησα την κατασκευή του με την ένταξή του, το 2008, στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Χρειάστηκαν σχεδόν δεκαεπτά χρόνια, καθυστερήσεις και πολλές περιπέτειες για να φτάσουμε στη λειτουργία του. Γι’ αυτό και θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό αυτό που ξεκίνησε φέτος να οργανωθεί από εδώ και πέρα σε σωστή βάση.
Η επιτυχία ενός Φεστιβάλ, όμως, δεν κρίνεται μόνο από το πόσες παραστάσεις έγιναν ένα καλοκαίρι. Κρίνεται από το αν μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, καλλιτεχνική ταυτότητα, διαφάνεια και ουσιαστική σχέση με την τοπική κοινωνία.
Και εδώ αρχίζουν ορισμένα ερωτήματα.
Τον Φεβρουάριο του 2026, πριν ακόμη εγκριθεί ο Κανονισμός Λειτουργίας και Παραχώρησης του Θεάτρου, είχαν ήδη φτάσει στον Δήμο περισσότερα από δεκαπέντε αιτήματα διοργανωτών που ζητούσαν να χρησιμοποιήσουν τον χώρο. Ο αριθμός αυτός ήταν μάλιστα ένας από τους λόγους για τους οποίους η Δημοτική Επιτροπή χαρακτήρισε τότε κατεπείγουσα την κατάρτιση του Κανονισμού.
Ο Κανονισμός που εγκρίθηκε στη συνέχεια δημιούργησε ένα σαφές πλαίσιο. Οι επαγγελματίες παραγωγοί μπορούν να ζητούν την παραχώρηση του Θεάτρου, να συνάπτουν σύμβαση με τον Δήμο και να καταβάλλουν συγκεκριμένο μίσθωμα ανάλογα με την τιμή του εισιτηρίου.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Ένα σύγχρονο Δημοτικό Θέατρο πρέπει να βρίσκεται στον χάρτη των μεγάλων θερινών περιοδειών και να φιλοξενεί αξιόλογες επαγγελματικές παραγωγές.
Πράγματι, σημαντικό μέρος του φετινού προγράμματος αποτελούσαν τέτοιες παραγωγές, δηλαδή παραστάσεις και συναυλίες που περιόδευαν σε πολλές ελληνικές πόλεις. Πολλές από αυτές εμφανίζονται στις δημόσιες ανακοινώσεις τους με δικούς τους παραγωγούς ή διοργανωτές και δικό τους σύστημα προπώλησης, ενώ το κοινό κατέβαλλε κανονικά εισιτήριο.
Στις 30 Ιουνίου, όμως, ο Δήμος υπέγραψε παράλληλα σύμβαση απευθείας ανάθεσης ύψους 37.200 ευρώ με τη NON GRATA PRODUCTIONS για την «υποστήριξη στη διοργάνωση των εκδηλώσεων τύπου Φεστιβάλ στο Υπαίθριο Θέατρο».
Δεν αμφισβητώ ότι η εταιρεία παρείχε τις υπηρεσίες που προβλέπονταν στη σύμβασή της. Δεν μπορώ να το διαπιστώσω εγώ αυτό άλλωστε. Το ερώτημα που θέτω, όμως, αφορά την επιλογή του Δήμου: ποιες από αυτές τις υπηρεσίες ήταν αναγκαίο να ανατεθούν σε εξωτερικό ανάδοχο και ποια συγκεκριμένη προστιθέμενη αξία δημιούργησε αυτή η δαπάνη για το Φεστιβάλ και την πόλη;
Οι παραγωγοί είχαν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για το Θέατρο. Υπήρχε αρμόδια δημοτική υπηρεσία και υπήρχε πλέον Κανονισμός Λειτουργίας και Παραχώρησης. Στην πραγματοποίηση των φετινών εκδηλώσεων συνέβαλαν και εθελοντές πολίτες της Ηγουμενίτσας. Και αυτό δεν είναι κάτι ξένο προς τη λειτουργία του Δήμου. Ήδη από το 2024 έχει δημιουργηθεί Μητρώο Εθελοντών, στους τομείς δράσης του οποίου περιλαμβάνονται ρητά οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, τα φεστιβάλ και οι παραστάσεις.
Ποια ανάγκη, λοιπόν, κάλυψε η συγκεκριμένη ανάθεση;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη ουσιαστικότερο για το μέλλον. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί για το περιεχόμενο της ανάθεσης, ποσό 10.000 ευρώ αφορά τον απολογισμό των δράσεων, προτάσεις βελτίωσης και εισήγηση για τον σχεδιασμό της επόμενης διοργάνωσης.
Και εδώ πλέον το ζήτημα παύει να είναι οικονομικό. Γίνεται πρωτίστως πολιτιστικό και θεσμικό:
Ποιος σχεδιάζει την πολιτιστική πολιτική της Ηγουμενίτσας;
Χρειαζόμαστε πράγματι μια ιδιωτική εταιρεία για να μας υποδείξει πώς πρέπει να είναι το Φεστιβάλ της επόμενης χρονιάς;
Δεν μπορεί το Δημοτικό Συμβούλιο να συζητήσει δημόσια τι πέτυχε και τι δεν πέτυχε η πρώτη διοργάνωση;
Δεν υπάρχουν άνθρωποι του πολιτισμού, δημιουργοί, μουσικοί, άνθρωποι του θεάτρου και πολιτιστικών συλλόγων, από τη Θεσπρωτία αλλά και Θεσπρωτοί που δραστηριοποιούνται έξω από αυτήν, οι οποίοι θα μπορούσαν αφιλοκερδώς να συνεισφέρουν γνώση, εμπειρία και ιδέες;
Η επόμενη διοργάνωση χρειάζεται κάτι περισσότερο από έναν κατάλογο παραστάσεων που περιοδεύουν. Χρειάζεται καλλιτεχνική ταυτότητα και πρωτοτυπία. Χρειάζεται χώρο για την τοπική δημιουργία, συνεργασίες με σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς, ισορροπία ανάμεσα στις εμπορικές και τις δωρεάν εκδηλώσεις και ενεργή συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας.
Χρειάζεται επίσης να ολοκληρωθεί το ίδιο το Θέατρο.
Η πρώτη θερινή περίοδος ανέδειξε ανάγκες που παραμένουν: κανονικά καθίσματα, καλύτερη προσβασιμότητα, οργανωμένη αντιμετώπιση της κυκλοφορίας και της στάθμευσης, σωστή λειτουργία κυλικείου, και συμπληρωματικές παρεμβάσεις στον περιβάλλοντα χώρο.
Γι’ αυτό και είναι εύλογο να αναρωτηθούμε εάν ένα ποσό όπως τα 37.200 ευρώ θα μπορούσε να αφήσει μονιμότερο αποτύπωμα εάν κατευθυνόταν σε τέτοιες υποδομές.
Το πρώτο Φεστιβάλ απέδειξε ότι το Θέατρο χρειάζεται την Ηγουμενίτσα και ότι η Ηγουμενίτσα χρειάζεται το Θέατρο. Αυτή είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη του φετινού καλοκαιριού.
Τώρα όμως αρχίζει η δυσκολότερη συζήτηση. Θέλουμε απλώς κάθε καλοκαίρι να συγκεντρώνουμε, κάτω από μια κοινή ονομασία, τις παραστάσεις που περνούν από την πόλη ή θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν πραγματικό πολιτιστικό θεσμό με δική του φυσιογνωμία;
Η απάντηση δεν μπορεί να ανατεθεί σε κανέναν.
Πρέπει να δοθεί από την ίδια την πόλη.






